Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΟΥ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ:
Γενικά, όταν αναφερόμαστε στο καρναβάλι, εννοούμε εκείνη τη λαϊκή εορταστική εκδήλωση, μεταμφιεσμένων ανθρώπων που φορώντας ή όχι μάσκες διασκεδάζουν στους δρόμους τραγουδώντας, χορεύοντας, πίνοντας, ξενυχτώντας, πειράζοντας τους άλλους, λέγοντας αστεία και βωμολοχίες και γενικά κάνοντας πράγματα, που σε άλλες περιπτώσεις δεν θα έκαναν.
ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ:
Η λέξη «καρναβάλι» προέρχεται από τις Λατινικές λέξεις «carne» (=κρέας) και «vale» (=έχε γειά ή απέχω). Σύμφωνα με άλλη εκδοχή προέρχεται από τις λέξεις «carne» και «levare» (=αίρω, σηκώνω). Άρα, ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ = «κρέας έχε γειά» ή «σηκώνω το κρέας».
Άλλη άποψη :
Καρναβάλι λοιπόν... Ή «Κάρνα» - «βάλι». Προφανώς είναι μια σύνθετη λέξη. Ποια είναι όμως η προέλευση των δύο αυτών συνθετικών;

Ας ανοίξουμε τον Όμηρο. Σε πάμπολλους στίχους τόσο της Ιλιάδας όσο και της Οδύσσειας (Θ 306, Π 392, ε 376, θ 92, ι 140, υ 75 κ.α.) συναντάμε τη λέξη «καρ» και τα παράγωγά της. Η λέξη αυτή σημαίνει «κεφάλι» και σύγχρονη επιβίωσή της είναι βεβαίως η «κάρα». Εάν τώρα προσθέσουμε και το ευφωνικό «ν» στην ομηρική λέξη «καρ», φτάνουμε κιόλας στη λέξη «κάρνος». Τι σημαίνει η λέξη αυτή;



Η Ελληνική Μυθολογία μας πληροφορεί ότι ο Κάρνος ήταν κάποιος μάντης του Θεού Απόλλωνα από την Ακαρνανία, τον οποίο σκότωσε ο Ηρακλείδης Ιππότης, ο γιος του Φύλαντος. Οι συγγενείς του Ιππότου μάλιστα αναγκάστηκαν στη συνέχεια να προσφέρουν πλούσιες θυσίες στον Απόλλωνα προκειμένου να εξευμενίσουν την οργή του για τον φόνο του Κάρνου. Ο περιηγητής Παυσανίας αναφέρει τον Κάρνο και ως Κριό (Λακωνικά 13, 4) γεγονός που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι η λέξη «κάρνος» σημαίνει «κριός».
Κάρνος ονομαζόταν επίσης κι ένας αρχαιότατος ποιμενικός, κριόμορφος και ιθιφαλλικός Θεός των Πελοποννησίων, προστάτης της γονιμότητας, άγνωστος ίσως σήμερα στους περισσότερους αλλά αντίστοιχος περίπου με τον γνωστότερο Πρίαπο του Ελλησπόντου. Ουσιαστικά δηλαδή ο Κάρνος ήταν ένας γονιμοποιητικός Θεός, τόσο των Λακώνων όσο και των Μεσσηνίων, πριν από την επικράτηση των Δωριεών στη νότια Πελοπόννησο, ενταγμένος στην χορεία των ζωόμορφων θεοτήτων οι οποίες, σύμφωνα με την ιστορία των θρησκειών, προηγήθηκαν των ανθρωπόμορφων.


Από το ουσιαστικοποιημένο επίθετο «Κάρνειος» παράγεται στον πληθυντικό η ονομασία της εορτής «τα Κάρνεια», η οποία κατά τους ιστορικούς χρόνους τελείτο σε όλες τις δωρικές πόλεις προς τιμή του Καρνείου Απόλλωνος.

Πάμε τώρα στο δεύτερο συνθετικό της λέξης «Καρναβάλι».
Κατ' αρχήν το επίρρημα «βάλλε» ή «άβαλε» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «είθε» και «μακάρι». Έπειτα, μερικές από τις δεκαπέντε και πλέον σημασίες του ρήματος «βάλλω» έχουν την έννοια του «στρέφω», «σείομαι πέρα δώθε», «ελαύνω», «φορώ», «προκαλώ», «ρίπτομαι» αλλά και... «φωτίζω».
Από εδώ κι έπειτα περνάμε στο ρήμα «βαλλίζω» που σημαίνει «χοροπηδώ», στα ουσιαστικά «βαλλισμός» δηλαδή «πηδηχτός χορός».
Μια έκφραση του τύπου «καρναβαλίζω» θα μπορούσε να σημαίνει ότι «χοροπηδώ» στο πανηγύρι προς τιμή του Θεού Κάρνου ή του Καρνείου Απόλλωνα, φορώντας τα κέρατα του Θεού ή το κριόμορφο προσωπείο του.

 
 
ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙΟΥ:
Οι απαρχές του καρναβαλιού μας οδηγούν στην αρχαία Ελλάδα.
Σκοπός της κοσμικής αποκριάς, σύμφωνα με τον καθηγητή Λαογραφίας Δ. Λουκάτο, είναι η μαγική υποβοήθηση της γης να βλαστήσει με την βοήθεια των χορών-πηδημάτων και των μεταμφιέσεων, με σκοπό να εξευμενίσουν τα κακά πνεύματα.
ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ:
Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του καρναβαλιού είναι οι μεταμφιέσεις και οι άσεμνες παραστάσεις, που όπως οι αρχαίες διονυσιακές γιορτές.
Όσοι από τους μεταμφιεσμένους φορούν μάσκες λέγονται μασκαράδες.
Άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα του καρναβαλιού είναι ο χορός.
Τα χτυπήματα της γης με τα πόδια έχουν καρποφοριακή σημασία. Πολλές από τις κινήσεις τους πιστεύεται ότι ασκούν μια μαγεία ομοιοπαθητική.

 
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ:
Στην Αρχαία Ελλάδα από το μεσοχείμωνο μέχρι την Άνοιξη τελούντο προς τιμήν του Διόνυσου ή Βάκχου οι Διονυσιακές ή Βακχικές γιορτές.
Ο Διόνυσος ήταν ο κατ’ εξοχήν θεός των λαϊκών στρωμάτων, προστάτης του αμπελιού και του κρασιού, σύμβολο της χαράς της ζωής και του αχαλίνωτου κεφιού.
Στην διάρκεια των διονυσιακών γιορτών οι οπαδοί του Διονύσου φορούσαν δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με την τρυγία (κατακάθι του κρασιού) και στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου και προσπαθούσαν να έχουν την μορφή Σατύρων που έμοιαζαν με τράγους.
Στις διονυσιακές γιορτές τραγουδούσαν το «Διθύραμβο», οι μαλλιαροί σάτυροι χορευτές μεταμφιεσμένοι σε «γάστρωνες» (κοιλαράδες), δαιμονικές φιγούρες θα λέγαμε, έτσι όπως τους βλέπουμε στις παραστάσεις των διαφόρων αγγείων της αρχαιότητας.
Ο Αριστοτέλης στην «ποιητική» του αναφέρει ότι η κωμωδία προέρχεται από τον «κώμο» ή «κώμη» που ήταν η συντροφιά μεθυσμένων που τραγουδούσαν τα «φαλλικά», δηλαδή πειρακτικά και βωμολοχικά τραγούδια.
 
Οι παρέες αυτές των μεθυσμένων περιφέρονταν στους δρόμους της πόλης ή του χωριού και πετούσαν αισχρολογίες στους συντοπίτες τους.
Επίσης, ανάλογες παρέες τριγυρνούσαν με άμαξες και ξεστόμιζαν ένα σωρό βωμολοχίες και αισχρά αστεία (από εκεί έχει μείνει και η γνωστή φράση «θα ακούσεις τα εξ αμάξης»)!
Προς τιμήν του Διονύσου τελούνταν 4 γιορτές: α) Τα μικρά ή κατ΄αγρούς Διονύσια, β) Τα Λήναια, γ) Τα Ανθεστήρια και δ) Τα μεγάλα ή εν άστει Διονύσια.
Τα Ανθεστήρια που τελούνταν το μήνα Ανθεστηριώνα (από 18 Φεβρουαρίου - 17 Μαρτίου περίπου), ήταν η αρχαιότερη από τις βακχικές γιορτές και κρατούσαν 3 μέρες.
Την 2η μέρα γινόταν μια πομπή που συνόδευε τον Διόνυσο, ανεβασμένο σε ένα άρμα που είχε σχήμα πλοίου, τα μέλη της ακολουθίας φορούσαν μάσκα. Τον ρόλο του Διόνυσου έπαιζε ο άρχων βασιλεύς. Στα σημερινά χρόνια υποκατάστατο του Διόνυσου θεωρείται ο βασιλιάς καρνάβαλος.
 
ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ:
Από την αρχή η Χριστιανική Εκκλησία στάθηκε αντίθετη και επικριτική σε όλες αυτές τις γιορτές της αχαλίνωτης ακολασίας και κραιπάλης.
Μάλιστα, ο άγιος Τιμόθεος, μαθητής του Απ. Παύλου και επίσκοπος Εφέσου, κατά την παράδοση, υπέστη στην Έφεσο, επί αυτοκράτορα Δομιτιανού, μαρτυρικό θάνατο, από τους εξαγριωμένους όχλους των ειδωλολατρών, επειδή σε κάποια γιορτή της «Αρτέμιδος της Εφεσίας», "Καταγώγιον ονομαζομένην", κατέκρινε τα όργια των εορταστών.
 
Ο Απόστολος Πέτρος στην Α΄του Επιστολή (62μ.Χ) γράφει χαρακτηριστικά «και διά τούτο παραξενεύονται ότι σεις δεν συντρέχετε με αυτούς εις την αυτήν εκχείλισιν της ασωτίας, και σας βλασφημούσιν»· (Πέτρου Α' 4:4), ενώ ο Απόστολος Παύλος στην επιστολή τους προς Γαλάτας (58 μ.Χ.) αναφέρει ως έργα της σαρκός τις «μέθαι» και τις «κώμαι», όπου «κώμη» είναι «η θορυβώδης πορεία διασκεδαστών επί τη εορτή θεού τινός».
Κατά το 2ο αιώνα ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς μιλάει για τους συγχρόνους του τους ''γελοίως κατάτας πομπάς σχηματιζομένους" και τον 4ο αιώνα ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιτίθεται κατά των χριστιανών για την "ακαταγέλαστον κωμωδίαν" να καταστρέφουν το πρόσωπό τους σύμφωνα με ειδωλολατρική συνήθεια, ενδύοντας γυναίκες με ανδρικά ρούχα.
Ότι και τον επόμενο αιώνα συνεχίζονταν οι μεταμφιέσεις μαρ­τυρεί ο 62ος κανόνας της εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος καταδικάζει τις μεταμφιέσεις και τις μάσκες, όπως και τους χορούς και τους αστεϊσμούς, που ελάμβαναν χώρα σε παρόμοιες καρναβαλικές εορτές του παρελθόντος, και επι­βάλλει στους κληρικούς, που μετέχουν την ποινή της καθαιρέσεως, στους δε λαϊκούς την ποινή του αφορισμού: «Τάς ούτω λεγομένας Καλάνδας, και τα λεγόμενα Βοτά, και τα καλούμενα Βουμάλια...κατά τι έθος παλαιόν και αλλότριον του των Χριστιανών βίου, αποπεμπόμεθα, ορίζοντες μηδένα άνδρα γυναικείαν στολήν ενδιδύσκεσθαι ή γυναίκα την ανδράσιν αρμόδιον αλλά μήτε προσωπεία κωμικά ή σατυρικά ή τραγικά υποδύεσθαι· μήτε το του βδελυκτού Διονύσου όνομα την σταφυλήν εκθλίβοντος εν τοις ληνοίς επιβοάν.... Τους ουν από του νυν τι των προειρημένων επιτελείν εγχειρούντας, εν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, ει μεν κληρικοί είεν, καθαιρείσθαι προστάσσομεν, ει δε λαϊκοί, αφορίζεσθαι».

 
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (349-407μ.Χ.) αναφερόμενος στο επι­χείρημα ότι με τις καρναβαλικές εκδηλώσεις διασκεδάζουν και ευφραίνονται οι άνθρωποι, ξεφεύγουν από την καθημερινότη­τα, απαντά ότι αυτό είναι τελείως παράλογο, διότι η χαρά και ευφροσύνη πρέπει να συμβαδίζουν με την ηθική και την ευπρέ­πεια.
«Το να χαιρόμαστε με όλα δεν είναι καλό… επειδή και ο μοιχός χαίρεται όταν καταστρέψει τον γάμο του πλησίον του… ας μην κοιτάμε λοιπόν αν κάποιος χαίρεται, αλλά εάν για καλό πράγμα χαίρεται».
Παρ' όλα αυτά ακόμα και κατά το 12ο αιώνα, ο Βαλσαμώνας ομολογεί ότι στην εποχή του, παρά τις απαγορεύσεις, το έθιμο των μεταμφιέσεων βρισκόταν σε ακμή.
Έτσι οι περισσότερες από τις διονυσιακές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων πέρασαν στο Βυζάντιο και έφτασαν μέχρι τα χρόνια μας.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου